Η «εκθρόνιση» και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, καθώς και η στήριξη μιας φιλοαμερικανικής κυβέρνησης, φαίνεται πως αποτελούσαν μόνο την πρώτη φάση του σχεδίου του Ντόναλντ Τραμπ για τη Βενεζουέλα.
Το δεύτερο και, ίσως, σημαντικότερο σκέλος ήταν η εξασφάλιση αμερικανικής πρόσβασης στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας.
Αυτό φαίνεται να γίνεται πράξη μετά τη συμφωνία Ουάσιγκτον – Καράκας, η οποία προβλέπει ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον έλεγχο του 55% της παραγωγής κοινοπραξίας στη Βενεζουέλα, έχοντας πρόσβαση σε περίπου 65 δισ. βαρέλια επιβεβαιωμένων αποθεμάτων.
Η συμφωνία στον ενεργειακό τομέα θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου και να προσφέρει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε έναν τεράστιο στρατηγικό πόρο.
Μετατόπιση προς τη Δύση
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η συμφωνία αποτελεί σημαντική κίνηση για την Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ επιχειρούν να ενισχύσουν την επιρροή τους στη Μέση Ανατολή και να διασφαλίσουν τη ροή πετρελαίου μέσω κρίσιμων ενεργειακών «σημείων διέλευσης», όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσβαση των ΗΠΑ σε έναν τεράστιο πετρελαϊκό πόρο στο δυτικό ημισφαίριο αποκτά σημασία που ξεπερνά την οικονομική της διάσταση.
Το πλήγμα στην Κίνα
Η συμφωνία έχει, παράλληλα, σημαντικές γεωπολιτικές προεκτάσεις για την Κίνα.
Για χρόνια, η Βενεζουέλα αποτελούσε έναν από τους σημαντικούς προμηθευτές πετρελαίου της Κίνας, ιδιαίτερα μετά την επιβολή αμερικανικών κυρώσεων και τον περιορισμό της πρόσβασης του Καράκας στις δυτικές αγορές.
Εάν η νέα συμφωνία οδηγήσει σε ουσιαστική μετατόπιση της Βενεζουέλας προς τη Δύση, το Πεκίνο ενδέχεται να χάσει έναν σημαντικό μακροπρόθεσμο προμηθευτή και έναν επενδυτικό χώρο με ιδιαίτερη στρατηγική αξία.
Την ίδια στιγμή, αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες αποκτούν προνομιακή θέση σε έναν από τους μεγαλύτερους πετρελαϊκούς πόρους του πλανήτη.
Περιορίζεται, αντίστοιχα, και ο χώρος επιρροής της Ρωσίας, η οποία τα προηγούμενα χρόνια είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με το Καράκας.
Τα μεγάλα πρακτικά προβλήματα
Παρά τα σημαντικά γεωπολιτικά οφέλη, η υλοποίηση του αμερικανικού πετρελαϊκού σχεδίου στη Βενεζουέλα μόνο εύκολη δεν θεωρείται.
Η χώρα διαθέτει τεράστια αποθέματα, όμως δεν διαθέτει την αντίστοιχη παραγωγική ικανότητα. Η ανασυγκρότηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας θα μπορούσε να διαρκέσει πολλά χρόνια και να απαιτήσει τεράστιες επενδύσεις, με το συνολικό κόστος να εκτιμάται ότι ενδέχεται να ξεπεράσει τα 100 δισ. δολάρια.
Χρόνια διαφθοράς, ανεπαρκών επενδύσεων, πυρκαγιών και κλοπών έχουν αφήσει τις υποδομές παραγωγής και επεξεργασίας πετρελαίου της χώρας σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση.
Για να επιστρέψει η παραγωγή στα επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών, αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί, μεταξύ των οποίων η Chevron, η ExxonMobil και η ConocoPhillips, θα χρειαστεί να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια και να περιμένουν αρκετά χρόνια.
Η σημερινή παραγωγή της Βενεζουέλας κινείται περίπου στα 1,25 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι τα 65 δισ. βαρέλια αποθεμάτων αποτελούν, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, κυρίως γεωπολιτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα και όχι άμεση προσθήκη στη διεθνή ημερήσια προσφορά πετρελαίου.
Τι σημαίνει η συμφωνία για τις τιμές των καυσίμων
Το προηγούμενο διάστημα, οι χειρισμοί του Ντόναλντ Τραμπ στον πόλεμο με το Ιράν, που συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών των καυσίμων, προκάλεσαν έντονη κριτική.
Μέσω της συμφωνίας με τη Βενεζουέλα, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να ενισχύσει την εικόνα ότι κινείται προς την κατεύθυνση της αύξησης της προσφοράς πετρελαίου και της αποκλιμάκωσης των τιμών.
Ο ίδιος ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι η συμφωνία θα συμβάλει σε σημαντική μείωση των τιμών της βενζίνης.
Ωστόσο, η τιμή της βενζίνης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τιμή του αργού πετρελαίου ή του Brent. Επηρεάζεται επίσης από τα περιθώρια διύλισης, τη φορολογία, το κόστος μεταφοράς και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Ως εκ τούτου, η συμφωνία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσει ως «φρένο» στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, όμως δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για άμεση και σημαντική μείωση της τιμής της βενζίνης.



