Τους λόγους για τους οποίους τα καταθετικά επιτόκια παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα επιχειρεί να σκιαγραφήσει η Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Στην ενδιάμεση έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη, η Επιτροπή Ανταγωνισμού αναφέρει ότι η μετακύλιση των αυξήσεων των επιτοκίων πολιτικής της ΕΚΤ στα επιτόκια καταθέσεων υπήρξε περιορισμένη, καθυστερημένη και άνιση. Παράλληλα διαπιστώνει ότι το κόστος ευκαιρίας της διακράτησης τραπεζικών καταθέσεων παραμένει υψηλό, ενισχύοντας τη στροφή των καταθετών σε εναλλακτικές τοποθετήσεις, ενώ η δομή και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής τραπεζικής αγοράς δεν ευνοούν την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού στα καταθετικά επιτόκια.
ΜΕ βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή προτείνει:
- Ενίσχυση ανταγωνισμού μέσω νέων εισόδων και επεκτάσεων (π.χ. Attica/Credia Bank, συνεταιριστικές τράπεζες, Viva Bank), με στόχο την πίεση για καλύτερα επιτόκια.ΜΕ βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή προτείνει:
- Δημιουργία κρατικών αποταμιευτικών λογαριασμών τύπου Livret A/LEP (γαλλικό μοντέλο), με κρατικά καθοριζόμενο επιτόκιο, ως συμπληρωματικό εργαλείο χρηματοδότησης του κρατικού προϋπολογισμού και ενίσχυσης αποδόσεων για μικροκαταθέτες, με την επιφύλαξη αξιολόγησης της δυνατότητας εφαρμογής και της σχετικής δημοσιονομικής αποτελεσματικότητας.
- Ανάπτυξη γνήσιων αποταμιευτικών προϊόντων (π.χ. fidelity premium όπως στο Βέλγιο), που επιβραβεύουν τη διακράτηση κεφαλαίων με προνομιακό επιτόκιο, προσφέροντας ισορροπία μεταξύ απόδοσης και ευελιξίας έναντι της ισχύουσας κατάστασης.
- Αύξηση κινητικότητας καταθετών με καλύτερη ενημέρωση και σύγκριση επιτοκίων (δημοσιεύσεις ΤτΕ, ιστοσελίδες σύγκρισης), απλοποίηση/προώθηση της «αλλαγής παρόχου», πιθανή επέκτασή της σε επιχειρήσεις και μακροπρόθεσμα διερεύνηση φορητότητας αριθμού λογαριασμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Με άλλα λόγια, στο συγκεκριμένο σημείο η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εκτός από τον μειωμένο ανταγωνισμό, ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας παίζει και η απροθυμία των καταθετών να αναζητήσουν καλύτερες αποδόσεις για τα χρήματά τους. Βεβαίως σημαντικό ρόλο σε αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να παίζει το γεγονός ότι η πλειονότητα διατηρεί μικρά ποσά στους τραπεζικούς λογαριασμούς, με αποτέλεσμα να μην έχει νόημα η αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων πολύ απλά διότι δεν υπάρχουν τέτοιες. Στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων για το 2024 έδειξαν ότι το 40% των καταθέσεων περιέχει ως 50.000 ευρώ, το 15,3% κυμαίνεται μεταξύ 50.000 και 100.000 ευρώ και 44,3% υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ.
Από την προκαταρκτική έρευνα της Υπηρεσίας σε δημόσιες πηγές προκύπτουν δυο παρατηρήσεις: πρώτον, η αυξημένη διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου καταθέσεων και δανεισμού (επιτοκιακό περιθώριο), (β) δεύτερον, ο χαμηλός βαθμός μετακύλισης των μεταβολών των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στην εγχώρια αγορά καταθέσεων συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, τα επιτοκιακά περιθώρια αναφορικά τόσο με τα νέα, όσο και με τα υφιστάμενα δάνεια και καταθέσεις στην Ελλάδα είχαν αυξηθεί σε ποσοστό πλησίον του 60% σε διάστημα περίπου 2,5 ετών (από τον Ιανουάριο 2021 έως τον Αύγουστο 2023). Από τον Μάιο του 2024 φαίνεται πως έχει ξεκινήσει μια σταδιακή – αν και μικρής ακόμα έκτασης – αποκλιμάκωση των επιτοκιακών περιθωρίων.
Επίσης, από τον Ιούλιο του 2022 έως τον Σεπτέμβριο του 2023, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε σε διαδοχικές αυξήσεις του επιτοκίου διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων (“deposit facility rate”) μετά από αρκετά μεγάλο διάστημα μηδενικών και αρνητικών επιτοκίων. Στο διάστημα που ακολούθησε, οι αυξήσεις αυτές πέρασαν, σε κάποιον βαθμό, στα επιτόκια που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες στους καταθέτες, όμως η μετακύλιση αυτή στην εγχώρια αγορά φαίνεται ότι εκδηλώθηκε σε περιορισμένη κλίμακα και με καθυστέρηση, τόσο σε σχέση με άλλα κράτη μέλη, όσο και με την ανταπόκριση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος σε αντίστοιχη φάση αύξησης κατά το παρελθόν.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ως επί το πλείστον, οι τράπεζες προσφέρουν (οι ίδιες ή μέσω θυγατρικών τους) μεγάλο εύρος τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ενώ, γενικότερα, υπάρχει ομοιογένεια μεταξύ τουλάχιστον των σημαντικότερων προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά τους. Παρατηρείται σχετικά ότι, σε αγορές με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, η ομοιογένεια των προϊόντων μπορεί να ευνοήσει τον συντονισμό μεταξύ ανταγωνιστών.

Τα περιθώρια για να υπάρξει ανταγωνισμός είναι περιορισμένα, με δεδομένο ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, Eurobank) έχουν σχεδόν το 95% του συνόλου των καταθέσεων και των χορηγήσεων στην ελληνική επικράτεια.
Ωστόσο, γράφει η Επιτροπή, κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται αξιοσημείωτη κινητικότητα στον τραπεζικό κλάδο, μέσω εταιρικών μετασχηματισμών, επενδύσεων σε υφιστάμενα πιστωτικά ιδρύματα και της εισόδου νέων παικτών. Ειδικότερα, τον Σεπτέμβριο του 2024 ολοκληρώθηκε η απορρόφηση της Παγκρήτιας Τράπεζας από την Attica Bank, με τη φιλοδοξία η συγχωνευθείσα οντότητα, υπό την επωνυμία «CrediaBank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία», να αποτελέσει τον πέμπτο πόλο του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, ενισχυμένη μετά και την εξαγορά της HSBC Μάλτας. Εντός του 2025, η Viva Bank ανακοίνωσε την είσοδό της στην αγορά καταθέσεων για επιχειρήσεις, ενώ σύμφωνα με δημοσιεύματα τρεις από τις τέσσερεις συνεταιριστικές τράπεζες (Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου, Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων και Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας) έχουν ήδη υποβάλει αίτημα για χορήγηση άδειας πανελλήνιας λειτουργίας.


