Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν τη διοίκηση της Βενεζουέλα για όσο διάστημα απαιτηθεί, προκειμένου να διασφαλιστεί «μια ασφαλής, σωστή και συνετή μετάβαση», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε από το θέρετρό του στο Μαρ-α-Λάγκο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι αμερικανικές εταιρείες θα διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας, με επίκεντρο τον πετρελαϊκό τομέα.
Όπως ανέφερε, «αργά χθες το βράδυ και νωρίς σήμερα το πρωί», κατόπιν δικής του εντολής, οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ πραγματοποίησαν εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση στην πρωτεύουσα της χώρας, το Καράκας, κάνοντας λόγο για επίδειξη «συντριπτικής αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος». Σύμφωνα με τον ίδιο, στην επιχείρηση συμμετείχαν αεροπορικές, χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις, σε μια επίθεση που χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη του είδους της από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι στόχος της επιχείρησης ήταν ένα «βαριά οχυρωμένο στρατιωτικό φρούριο στην καρδιά του Καράκας», με σκοπό τη σύλληψη και παράδοση στη Δικαιοσύνη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, τον οποίο χαρακτήρισε «παράνομο δικτάτορα». Περιέγραψε την επιχείρηση ως «μία από τις πιο εντυπωσιακές, αποτελεσματικές και ισχυρές επιδείξεις αμερικανικής στρατιωτικής ικανότητας στην ιστορία των ΗΠΑ».
Επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προτίθενται να αποχωρήσουν άμεσα, σημειώνοντας ότι θα ασκήσουν διοίκηση στη χώρα έως ότου ολοκληρωθεί η μετάβαση σε νέο πολιτικό πλαίσιο, ώστε –όπως είπε– να μην επαναληφθούν τα λάθη των προηγούμενων ετών. Στο πλαίσιο αυτό, ανακοίνωσε ότι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα εισέλθουν στη Βενεζουέλα, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων πετρελαϊκών υποδομών και την επανεκκίνηση της παραγωγής.
Αναφερόμενος στις επιχειρησιακές λεπτομέρειες, αποκάλυψε ότι κατά τη διάρκεια της επίθεσης «τα φώτα του Καράκας ήταν σε μεγάλο βαθμό σβηστά», αποδίδοντας το μπλακ άουτ σε αμερικανική τεχνογνωσία. Περιέγραψε την επιχείρηση ως «σκοτεινή και θανατηφόρα», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι δεν υπήρξαν απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό ή εξοπλισμό από αμερικανικής πλευράς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να προχωρήσει και σε δεύτερη, «πολύ μεγαλύτερη» στρατιωτική επιχείρηση, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Όπως σημείωσε, οι ένοπλες δυνάμεις θεωρούν πιθανό το ενδεχόμενο νέας επίθεσης, αν και –κατά τον ίδιο– η επιτυχία της πρώτης επιχείρησης ενδέχεται να καταστήσει περιττή οποιαδήποτε περαιτέρω στρατιωτική δράση.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο Τραμπ εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά του Μαδούρο, υποστηρίζοντας ότι «δεν θα είναι ποτέ ξανά σε θέση να απειλήσει έναν Αμερικανό πολίτη ή τον λαό της Βενεζουέλας». Επανέλαβε ισχυρισμούς περί αποφυλάκισης εγκληματιών και διακίνησης ναρκωτικών, ενώ υποστήριξε ότι η Βενεζουέλα «έκλεψε» το πετρέλαιο των ΗΠΑ, καθώς –όπως είπε– αμερικανικές εταιρείες είχαν δημιουργήσει τη βιομηχανία της χώρας. Παρουσίασε, τέλος, την επιχείρηση ως εφαρμογή των αρχών του Δόγματος Μονρόε και της νέας στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, τονίζοντας ότι η αμερικανική κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο «δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά».
Αναφερόμενος στην επόμενη ημέρα στη Βενεζουέλα, εξέφρασε αμφιβολίες για τη δυνατότητα της ηγέτιδας της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο να κυβερνήσει τη χώρα, λέγοντας ότι δεν διαθέτει την απαιτούμενη λαϊκή στήριξη. Αντιθέτως, ανέφερε ότι η αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκες δήλωσε έτοιμη να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες στη μεταβατική περίοδο, θέση που –σύμφωνα με τον ίδιο– μετέφερε στον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.
Ωστόσο, νωρίτερα, η ίδια η Ροντρίγκες, σε ηχητικό μήνυμα που μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση, είχε καταγγείλει την αμερικανική επιχείρηση ως «βάναυση επίθεση», δηλώνοντας ότι αγνοείται η τύχη του προεδρικού ζεύγους και ζητώντας «απόδειξη ζωής» για τον Νικολάς Μαδούρο και την πρώτη κυρία Σίλια Φλόρες. Πληροφορίες που ήθελαν την αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας να βρίσκεται στη Ρωσία διαψεύστηκαν αργότερα επισήμως από τη Μόσχα.


