Ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε αεροσκάφος με εμφάνιση πολιτικού κατά την πρώτη αεροπορική επιδρομή εναντίον φερόμενων ως διακινητών ναρκωτικών, στις αρχές Σεπτεμβρίου, κατά την οποία σκοτώθηκαν έντεκα άνθρωποι, αποκαλύπτει δημοσίευμα της New York Times.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η συγκεκριμένη πρακτική ενδέχεται να συνιστά έγκλημα πολέμου, καθώς το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο απαγορεύει ρητά τη χρήση δολιότητας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, δηλαδή την εξαπάτηση του αντιπάλου ώστε να πιστεύει ότι αντιμετωπίζει πολίτες και όχι στρατιωτικούς στόχους.
Οι Αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διεξάγουν από τον Σεπτέμβριο εκστρατεία βομβαρδισμών κατά ταχύπλοων σκαφών, τα οποία η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει ως μέσα συμμοριών διακίνησης ναρκωτικών. Τα πλήγματα, που έχουν πραγματοποιηθεί στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό, έχουν προκαλέσει τον θάνατο περισσότερων από 100 ανθρώπων, χωρίς η αμερικανική κυβέρνηση να έχει παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία ότι τα στοχοποιημένα σκάφη εμπλέκονταν πράγματι σε παράνομη δραστηριότητα.
Το πρώτο πλήγμα ανακοινώθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε κάνει λόγο για τον θάνατο 11 ανθρώπων. Όπως αναφέρουν οι New York Times, επικαλούμενες Αμερικανούς αξιωματούχους με γνώση της επιχείρησης, η επίθεση πραγματοποιήθηκε από αεροσκάφος βαμμένο με πολιτικά χρώματα, χωρίς στρατιωτικά διακριτικά, ενώ ο οπλισμός του ήταν τοποθετημένος εσωτερικά στην άτρακτο, ώστε να μην είναι ορατός.
Το δημοσίευμα αποκαλύπτει επίσης ότι ακολούθησε δεύτερο, επαναληπτικό πλήγμα – πρακτική γνωστή ως «double tap» – με στόχο την εξόντωση επιζώντων. Η συγκεκριμένη τακτική έχει ήδη χαρακτηριστεί από Αμερικανούς βουλευτές ως έγκλημα πολέμου, καθώς πλήττει ναυαγούς μετά την αρχική επίθεση.
Μετά το περιστατικό, ο αμερικανικός στρατός φέρεται να εγκατέλειψε τη χρήση αεροσκαφών με πολιτική εμφάνιση και να συνέχισε τις επιχειρήσεις με αναγνωρίσιμα στρατιωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.


